Αρχείο κειμένου
Read this page in English
 Εκτύπωση | Αποστολή Σελίδας| Προσθήκη στα αγαπημένα
British Council Greece homepage
Παυλινα Φερφελη:
Το Αργυρο Ταξιδι
Αρχοντουλα Αλεξανδροπουλου:
Αρωμα Βροχης
Σωτηρης Σελαβης:
Ποιος Ηταν;
Μαρια
Αγγελική Σιγούρου

Ήρθα με το καράβι που κανένας δεν περίμενε.

Το Grand-Saint-Antoine ξεμάκραινε αργά από τα λιμάνια που το έδιωχναν
και πλεύριζε δειλά τα επόμενα, με τη λαχτάρα ενός καλωσορίσματος που δύσκολα ερχόταν.

Τώρα
η κατάρα
               διάλεγε τις πιο όμορφες πολιτείες του κόσμου:
Τη Βενετία, το Λιβόρνο, τη Μασσαλία.

Χρησιμοποιούσα ψεύτικο όνομα. Πότε ήμουν η Marina, πότε η Eloïse, ποτέ όμως η Μαρία. Είχαμε μια παράξενη αγάπη ο ένας για τον άλλον. Το ρούχο το καταραμένο, μονάχα εμείς μπορούσαμε να το φοράμε· και μυστικά το ταξιδεύαμε, με την υπομονή που αρμόζει σε κάθε καταδικασμένο. Έφτιαχνα μαύρο τσάι και τους το έδινα σε ποτήρια γυάλινα. Ήμουν η «δυνατή» τους.

Κι εσύ,
επάνω στην κοιλιά μου
κι ανάμεσα στις μπλαβιές κηλίδες της
με το γνωστό, πικρό σου βλέμμα
κοίταζες απαλά τα ζώα που ψοφούσαν
και δεν με άγγιζες,
                           ούτε και τούτη τη φορά δεν με άγγιξες.

Η μυρωδιά της χαλασμένης σάρκας αγρίευε το χαρακτήρα. Καλοί, κακοί, δεν τους ξεχώριζες. Ήμασταν συγγενείς εξ αίματος, κόρες και γιοι χαμένοι, του ίδιου ανήλεου πατέρα. Εκτός από εκείνους που είπαν στην αρχή μια λέξη κι έπειτα σιώπησαν: Ένας τυφλός που κούρνιαζε γύρω απ’ τα ποντίκια και καταδεχόταν μόνο σ’ εκείνα να μιλάει, μία μουγκή, που στον λαιμό της είχε γύρω πετονιά με κομμένο κεφάλι.

Μες στον απέραντο, δικό σου ουρανό,
                                           απέραντος, κι όμως, δεν ξαποσταίνει ούτε φτερό …
Σε ήθελα άνθρωπο. Σαν άνθρωπο να σε αγαπώ,
                                                       σαν άνθρωπο να σε πενθήσω.
                                                               Κι όχι σεντόνι άδειο.

Τι κι αν σ’ ετούτο το λιμάνι τα νερά ευωδιάζουν άνοιξη,
τι κι αν η πόλη του χωράει στη χούφτα σου σαν δροσερό, μωρουδίσιο μάγουλο,
τι κι αν οι κάτοικοί της, μοιάζουν από μακριά με χρυσοκέντητο μαγνάδι …
Το μάτι μας ρουφά από το πέλαγος τα σπίτια που δεν θα αντικρίσουμε, τους δρόμους που δεν θα περπατήσουμε.

               Δεν ξέρω πόσο πονούσαν τα καρφιά
μα είμαι βέβαιη, ότι έχεις ακόμα τα σημάδια τους.
               Ήταν το πρώτο πράγμα που με ξάφνιασε όταν σα φάντασμα
εμφανίστηκες μπροστά μου.

Νόμιζα ότι δεν μου άξιζε άλλη μια θλιβερή ιστορία, μα φαίνεται πως έφταιγε κι η όψη μου εκτός απ’ την ψυχή μου … Ενώ οι άλλοι ξεριζώνουν τους καθρέφτες, ως και τα τζάμια σπάνε όταν τους απειλεί ο αντικατοπτρισμός, εγώ εξακολουθώ κι επιθυμώ να βλέπω. Κάτω από το κρεβάτι μου φυλάω κοφτερό γυαλί – που ούτε κι αυτό πια δεν με αναγνωρίζει …

Αλήθεια,
ήταν το μύρο που για μια στιγμή σε ζάλισε
                               και κάλυψες τα στήθη μου με την άκρη του χιτώνα σου
ή το ονειρεύτηκα κι αυτό όπως και τόσα άλλα;

Πάνε μήνες τώρα που δεν τελειώνει το ταξίδι. Αναρωτιέμαι αν έχει αρχίσει αιώνες πριν -είμαι σίγουρη πως έχει αρχίσει αιώνες πριν – και για πόσο καιρό ακόμα θα συνεχιστεί – για πάντα, αλλάζοντας μορφές, θα συνεχίζεται.

Αν είσαι εσύ τότε που με έσωσες,
       τώρα χωρίζομαι στα δύο και δεν ξέρω
                       ποιο από τα δυο μου μέρη σε θυμάται πιο πολύ
                                                                       το άσχημο ή το πεθαμένο;

Το πλοίο μας, η θάλασσα η δική μας, τα πανιά μας, ψάρια που κολυμπάνε από κάτω, πουλιά που από πάνω μας πετούν, το κρύο καλοκαίρι μας, τα άδεια σαλόνια μας, οι μολυσμένες τουαλέτες μας, το άοσμο φαΐ μας, το άγευστο στόμα μας, χρωματιστά ζουμιά που ξεχειλίζουν και μας πνίγουν, παράπονα που θάμπωσαν τα φιλιστρίνια, κομμάτια του καθένα μας παρατημένα στους διαδρόμους, του κόκαλου το τρίξιμο μεγαλύτερο από το τρίξιμο της σκάλας, ο καπετάνιος θαμμένος στο μηχανοστάσιο κι ένας ναύτης καρφωμένος στο κοντάρι για σημαία, τα σκυλιά μας που κάποτε μας αγάπησαν ενώ τώρα τραβιούνται μακριά γρυλίζοντας, οι χειραψίες που απαγορεύτηκαν κι οι συνουσίες που στα κρυφά αναζητούν διέξοδο …

                       Υπάρχει ακόμα ελπίδα; Πες μου.
                       Γιατί κοντεύει να ρημάξει ο νους μου την γλυκιά απουσία σου.
                       Στραγγίζει ερήμην μου το τελευταίο δάκρυ του χαμού σου.

Αλλά όχι. Όχι στο ζαρωμένο τρίγωνο ανάμεσα στα μάτια, όχι στην αγωνία, στραμμένη προς τα μέσα και ολοένα χάνεται η εξωτερική όψη του κόσμου, όχι. Όχι στο χέρι που το άλλο χέρι προσπαθεί να κόψει και στην ψυχή που σκληραίνει ως την ακαμψία, στην αυγή που δεν ανακουφίζει πλέον, στην φαντασία που πλέον δεν εξαπολύει τέρατα στο λυκόφως. Όχι.

                       Το Κέλυφος
                       δεν θα ραγίσει.
                        Ό,τι είναι ζωντανό,
                       μόνο του θα παλέψει.

Είδαπολλάμαργαριτάριαστουςβυθούςναπροσπαθούντιςπόρτεςτουςναξεκλειδώσουν.

Το συνηθίζει η μοναξιά, να παρατά το πιο βαρύ φορτίο της στα πολύτιμα.

Να αντέχω, τόσες παράξενες και διαφορετικές ζωές να ζω, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που σκαρφιζόμουν τρόπους για να τις αποτελειώσω, τούτη η αρρώστια μου το επέβαλε. Κι η μόνη προσμονή μου, πότε θα πάψω να κουράζομαι, όμως χαρούμενα τραγούδια εξακολουθούν να φτάνουν απ’ τα χείλη μου στα αυτιά τους. Τους αγαπώ με πάθος, όπως τα σκουπίδια μου που λυπάμαι να αποχωριστώ. Όπως τα δόντια μου που πέφτουν και μου είναι αβάσταχτη η εγκατάλειψή τους. Όλα τα λουλούδια έχουν τώρα μαραθεί στα βάζα μας. Θέλαμε να μαζέψουμε κοράλλια αλλά κι η θάλασσα ακόμα δυστροπεί. Δειλιάζει. Αρνείται τη συνενοχή της συμφοράς που κουβαλάμε.

Πού είπες πως είσαι;
               Γνώρισα πάμπολλους που σου έμοιαζαν.
Μπορεί να είσαι στην Προβάνς, μπορεί στην Φλωρεντία.
Μπορεί να είσαι και στις δυο.
               Πάντως απ’ όσους σταυρούς συνάντησα,
από όλους έλειπες.

Απέμεινε το περίγραμμα του πλοίου.
Το σκάρτο του φορτίο μεταφέρει ανόρεχτα και η σκιά του λίγο-λίγο χάνεται από την επιφάνεια των κυμάτων. Ακριβώς όπως οι σκιές μας, που πλέον δεν ακολουθούν τα αποσυντεθειμένα μας κορμιά. Όμως κρατάμε τον ρυθμό της αταξίας κι έχουμε το κουράγιο να μην κλαίμε πάνω στο καινούργιο πτώμα. Ονειρευόμαστε την ύπτια θέση του μέσα σ’ ένα φανταστικό, τεράστιο πίνακα και στον αέρα ζωγραφίζουμε το λίκνισμά του.

Κάπου με περιμένεις

Εσύ
όπως
ο
οποιοσδήποτε
άντρας
που
λησμόνησε
σε
έναν
λαβύρινθο
την
ερωμένη
του
προτού
προλάβει
να
της
δείξει
τον
δρόμο
της
επιστροφής – γυμνό επί δύο κάτω από το πέπλο της υποκρισίας.

Ήσυχα αποκοιμιέμαι, βυθισμένη στην αόρατη αιώρα που κρεμιέται στο κατάστρωμα. Μα πότε-πότε κάποιος έρχεται να με ξυπνήσει για να παραπονεθεί. Τον γυροφέρνει κάποιο έντομο ενοχλητικό, ή νιώθει την ελευθερία του να φεύγει οριστικά. Δεν τους οικτίρω. Εμείς δεν ήμασταν που βλέπαμε ναυάγια στα όνειρά μας; Είναι καιρός με τόλμη να κοιτάξουμε κατάματα το όνειρο. Προτείνω άλλη μια παρτίδα σκάκι για να βγει επιτέλους απ’ τη μέση ο βασιλιάς. Σε ένα από τα παιχνίδια, το άλογο είχε ξαφνικά ανεβεί στους ώμους μου και μες στο αυτί μου κάτι άρχισε να ψιθυρίζει. Έχασα όλους τους στρατιώτες μου όταν πίστεψα στα λόγια του, πως μόνο του – η αλαζονεία του είχε πει – μπορούσε να νικήσει. Κι αφού ό,τι χάνεται στη θάλασσα, χάνεται οριστικά, δεν έχω πλέον στρατό να πολεμήσω. Δυο ζώα που όλο και περισσότερο κουράζονται, δυο πύργοι που στην άμμο δεν στεριώνουν, μια πόρνη βασίλισσα που φοβάμαι να αγγίξω μήπως τη μνήμη μου επιστρέψει και ένας βασιλιάς που όλοι θέλουν το κακό του, όρθιος και πολύ θλιμμένος παριστάνει το άγαλμα.

                        Όσοι πατούν στη γη και ξέρουνε
                       τη μυρωδιά του χώματος,
                       σε αποκαλούν γιορτή, τρώνε και πίνουν στην υγειά σου.
                       Μα αυτοί που ισορροπούν το βήμα τους
                       πάνω στο ξύλινο κουφάρι κι οσμίζονται αλάτι,
                       σε έχουν ξεχάσει, γιατί κι εκείνοι σε θυμόντουσαν γιορτή
                       και δεν υπάρχει πια τίποτα να γιορτάσουν.

                       Ομολογώ, κουβέντα δεν τους λέω για σένα.
                       Πρώτον, θα με περιφρονούσαν.
                       Και δεύτερον, μου αρέσει να σε σκέφτομαι, επιτέλους, μόνη.

Σώθηκε το νερό, οι κονσέρβες λιγοστεύουν. Κάθομαι ανάμεσά τους, πασχίζω με παραβολές να τους μαγέψω. Κάνουν υπομονή ως το τέλος, μα συνεχίζουν να κοιτούν απρόθυμα το μαχαίρι που στα δυο μοιράζει την τροφή τους.

Έμεινες λίγο.
Και πώς να μάθεις για τη μοίρα και να την πιστέψεις;
Και πώς να μάθεις για τις τύψεις του έρωτα, να τις αντέξεις;
Και πώς να μάθεις για το γερασμένο σώμα, να το συνηθίσεις;
Από τη γέννηση στο θάνατο, τριάντα-τρία βήματα στις μύτες των ποδιών σου, μια δρασκελιά ανάλαφρη ως τον τάφο.
Δεν ήταν μια ζωή αυτό, ούτε καν μισή ζωή δεν ήταν. Μην παριστάνεις λοιπόν τον άνθρωπο. Δεν ξέρεις από ανθρώπους.

Έρχονται κάποιες μέρες πιο δύσκολες από τις άλλες, που ψάχνουμε ξυπνώντας, το κουράγιο να πηδήξουμε. Παραμονεύω, στα κρυφά τους στρώνω τα κρεβάτια. Ανακουφίζονται. Νομίζουν ότι εκείνοι τα έστρωσαν, ότι εξακολουθούν να ζούνε όπως πρώτα, της κάθε μέρας τη συνήθεια.
Γίνομαι ό,τι επιθυμούν. Μία γοργόνα που περήφανα κάποιος καμώνεται πως είδε ξαπλωμένη σ’ ένα βράχο, ένα δελφίνι που ένας άλλος κοίταξε για μια στιγμή στα μάτια, ένα πουλί που στάθηκε μπροστά σε έναν τρίτο και παραλίγο να του χάριζε τα δυο φτερά του, ένα μεγάλο πλοίο που κάποιος διέκρινε μια νύχτα να μας προσπερνά ενώ κοιμόμασταν.

Αχ,
δεν είναι πόνος τούτη η ζωή,
μείναμε οι δυο μας καλά να το γνωρίζουμε.
Είναι πως θα ξαναφυτρώσουν δόντια
στη θέση των δοντιών.
Χνούδι καινούργιο θα φανεί
στη θέση των τριχών.
Και η παρθένα
πάλι παρθένα θα ξαναγεννηθεί.
Θα ‘ρθει καιρός που,
τέλος θα ευχόμαστε
και τέλος δεν θα υπάρχει.

Χτες μου έβαλε ένας γέρος το τσιγάρο του στο στόμα.
«Ρούφηξε» είπε, «είναι ωραία η αμαρτία σαν κοντεύει να συγχωρεθεί».
«Να ‘σαι συχωρεμένος από τώρα» τόλμησα και ξεστόμισα.
Μου άρπαξε βίαια την αμαρτία κι έστρεψε αλλού το βλέμμα σιχτιρίζοντας.
Χτες μια γριά μου διάβασε το χέρι. «Συ θα γλιτώσεις από τούτο το κακό. Συ, πάντα θα γλιτώνεις». Την κοίταξα με τρόμο· τα χείλη της όλο το βράδυ σιωπηλά επαναλάμβαναν τα ίδια λόγια …

                       Δεν έχω πια μακριά μαλλιά όπως τότε. Ούτε είμαι τόσο όμορφη. Όχι, δεν γέρασα ποτέ στην όψη. Γέρασε όμως η ψυχή, γέρασε η σκέψη, γέρασε η ελπίδα σου,
                       μ’ έχει στοιχειώσει ο έρωτάς σου.

Όσο τα μάτια ρίχνω μακριά, τόσο οι ορίζοντες σκληρά μου ανταποδίδουν μάτια. Ορίζοντες αμέτρητοι, αμέτρητα παλάτια, υγρά και βαθυσκότεινα, θρόνοι που ερήμωσαν, πετράδια σκονισμένα, λέπια στις γλώσσες των χορευτριών, που δαγκωμένα σφιχτά κρατούν των στεμμάτων θρύψαλα.
Όσο γλιστράει το καράβι μας κι άγνωστες θάλασσες γνωρίζει, όσο μπερδεύεται  ουρανός και γη γαλάζια, ποτέ δεν θα ξεφύγουμε από τούτο τον βουβό θυμό που γρατζουνάει τα σπλάχνα.
Κανείς δεν στέκεται στην πλώρη, κανένας δε βαστά τιμόνι.
Αφουγκραζόμαστε από μακριά των κανονιών τα μουγκρητά, καθώς με τη σειρά τους τα λιμάνια αφουγκράζονται το σφύριγμα του ερχομού μας,
εγώ, πάνω στα γόνατά μου παρατώ τις προσευχές μου να παγώνουν
κι εκείνοι ήσυχα, στομάχια φουσκωμένα, ήσυχα, μαύρο αίμα, ήσυχα, μυαλό λιωμένο, μαντεύουν πάλι τον επόμενο προορισμό μας. Το πουθενά.

ΣΠΑΡΑΖΩ, ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΑΦΗΣΕΣ ΤΟΣΟ ΜΟΝΗ; ΓΙΑΤΙ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΜΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΠΙΝΕΙΣ ΟΠΩΣ ΕΚΑΝΕ ΕΚΕΙΝΟΣ; ΕΙΚΟΝΑ ΣΕ ΜΙΣΩ! ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΑΥΤΟΣ, ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΑΥΤΟΥ ΤΟ ΝΟΙΑΞΙΜΟ, ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΤΟ ΔΙΧΤΥ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΤΟ ΣΑΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΜΟΥ ΜΕ ΚΡΑΤΑΓΕ ΑΝΟΙΧΤΗ, ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΤΙΠΟΤΑ, ΧΑΣΟΥ ΑΠΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ.

Δεν θέλω άλλο,
την αναπόφευκτη τραχύτητα, το αυστηρό αμείλικτο πρόσωπο αυτού που περιμένει, εκείνον που ποτέ δε θα φανεί.
Δεν θέλω πια,
να συναντώ αγρίμια όσους με πόθησαν και τους αρνήθηκα.
Χαθείτε από μπροστά μου, όλοι.
Θέλω να σας ξεχάσω.
Θέλω στεριά κι εσείς πίσω μου να βουλιάζετε.
Ετούτη την πανούκλα δεν τη γέννησα εγώ.
Εσείς την έχετε επινοήσει, η απελπισία η δική σας.
Κουράστηκα να επαναλαμβάνω αρρώστια-θάνατο-ανάσταση.
Κουράστηκα.

Συγχώρεσέ με,

Μα ήθελα κι εγώ ένα μάρμαρο να με σκεπάζει.
Τότε ίσως έβρισκα τη δύναμη να σε ξαναπιστέψω,
να σε ξαναγαπήσω και να μη ζητώ
αντάλλαγμα.

The United Kingdom’s international organisation for cultural relations and educational opportunities.
A registered charity: 209131 (England and Wales) SC037733 (Scotland)
Our privacy and copyright statements.
Our commitment to freedom of information. Double-click for pop-up dictionary.

 Positive About Disabled People