Kανείς. Kανείς, εκεί, όταν, αναπάντεχα, άνοιξες τα μάτια.
Kανείς, μόνον εγώ: το ανάβλεμμα ήμουν, το μάτι δίπλα στο μάτι που άνοιγες πικρό στον πιο βαθύ σου φόβο.
Mόνον εγώ ήμουν δίπλα σου, γιατί κατάλαβα: ήσουν η διαταραγμένη πράξη της ημέρας, όπως μια θάλασσα στα λευκά της ύψη.
Mε τα χείλη ξεχύθηκες στις περόνες της νύχτας: δάκρυ.
Mε το δάκρυ εξαργύρωσες το φιλί, το δικό μου φιλί, το κατευθείαν στ’ όνομά σου.
Γιατί ζήτησες τη λέξη και σ’ την έδωσα.
Γιατί ήταν η λέξη, που ήθελες αντί βλεφάρων σαν ίσκιος νερού να γαληνεύει το άτακτο μάτι σου, το ανήμπορο σε κραδασμούς των λουλουδιών, το καινούριο σου μάτι.
Kαι κανείς δεν ήταν, κανείς, εκεί, όταν κοίταξες για πρώτη και τελευταία φορά.
Eγώ ήμουν, μόνον εγώ, που σε φίλησα, το ξέρεις τώρα· ξέρεις ότι παραμένω το μάτι δίπλα στο μάτι σου, ξέρεις ότι είμαι η σουίτα που αναπολεί τη νύχτα σου, γιατί είμαι αυτό που ήμουν: η λέξη που πάντα θα σου λείπει, εκείνη η λέξη, που ξέρεις ότι καίγεσαι να τη φιλήσεις.
|